άρταμος

ἄρταμος, ο (Α)
1. αυτός που κόβει σε κανονικά κομμάτια, ο μάγειρος ή ο χασάπης
2. μτφ. ο φονιάς.
[ΕΤΥΜΟΛ. Πρόκειται για σπανίως χρησιμοποιούμενη λέξη. Σύμφωνα με την ερμηνεία της λ. στον Ευστάθιο («ο εις άρτια τέμνων»), η λ. θα μπορούσε να παραχθεί από *αρτί-ταμος ή *αρτό-ταμος με συλλαβική ανομοίωση, πράγμα όμως που προσκρούει στο ότι τα σύνθετα με β' συνθετικό το ρ. τέμνω έχουν τη μορφή -τομος].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ἄρταμος — butcher masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀρτάμων — ἄρταμος butcher masc gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἄρταμον — ἄρταμος butcher masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Artemisa — Para otros usos de este término, véase Artemisa (desambiguación). La «Diana de Versalles», copia romana de una escultura helenística de mármol. En la mitología griega, Artemisa o Ártemis (en griego antiguo Ἄρτεμις nominativo o Ἀρτέμιδος …   Wikipedia Español

  • αρταμώ — ἀρταμῶ ( έω) (Α) [άρταμος] κατακόπτω, διαμελίζω, κομματιάζω …   Dictionary of Greek

  • ar-1*, themat. (a)re-, heavy basis arǝ-, rē- and i-basis (a)rī̆ -, rēi- —     ar 1*, themat. (a)re , heavy basis arǝ , rē and i basis (a)rī̆ , rēi     English meaning: to move, pass     Deutsche Übersetzung: “fũgen, passen”     Note: Root ar 1*, themat. (a)re , heavy basis arǝ , rē and i Basis (a)rī̆ , rēi : “to move …   Proto-Indo-European etymological dictionary

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.